Μπορεί να μην θέλει να βοηθηθεί...

Μεγαλώνουμε με την ιδέα ραμμένη μέσα μας: να βοηθάμε, να προστατεύουμε, να στεκόμαστε δίπλα σε όσους έχουν ανάγκη.
Η κοινωνία, η οικογένεια, τα βιβλία — όλα μας διδάσκουν πως η αξία μας μετριέται από το πόσο απαραίτητοι είμαστε στους άλλους. Κι έτσι, όταν έρχονται οι σχέσεις — φιλικές, ερωτικές, επαγγελματικές — φέρνουμε μαζί μας αυτή την ανάγκη σαν φορτίο που δεν το αναγνωρίζουμε καν ως φορτίο.
Θέλουμε να σώσουμε. Θέλουμε να λυτρώσουμε. Και όταν το κατορθώνουμε, νιώθουμε εκείνη τη ζεστασιά που δύσκολα τη βρίσκεις αλλού — η αίσθηση πως είσαι χρήσιμος, πως κάποιος σε χρειάζεται, πως η παρουσία σου αφήνει κάτι πίσω της.
Όμως υπάρχει κι η άλλη πλευρά — αυτή που κανείς δεν σε προετοιμάζει να αντιμετωπίσεις. Τι κάνεις όταν θυσιάζεσαι, πιέζεις τον εαυτό σου ως τα όρια του, κάνεις τα αδύνατα δυνατά — και ο άνθρωπος απέναντί σου όχι μόνο δεν νιώθει ευγνωμοσύνη, αλλά σε αντιμετωπίζει σαν βάρος;
Όταν βλέπεις ξεκάθαρα μπροστά σου τη λύση, την προσφέρεις με τις πιο αγνές προθέσεις — κι εκείνος την απορρίπτει, έχοντας ετοιμαστεί με επιχειρήματα για να σου αποδείξει ότι κάνεις λάθος;
Τότε ο κεραυνός σε χτυπά. Και αρχίζεις να αναρωτιέσαι.
Οι δάσκαλοί μου στην ψυχολογία επανελάμβαναν ένα μότο με την επιμονή που έχουν οι μοναχοί στην προσευχή: «Δεν μπορείς να βοηθήσεις κάποιον που δεν θέλει να βοηθηθεί.»
Όταν το άκουσα για πρώτη φορά, το έκρινα ως άλλοθι — έναν τρόπο να μετριάζουμε τις αποτυχίες μας, να προστατεύουμε τον επαγγελματικό μας εγωισμό. Λίγο αργότερα, η ζωή μου απέδειξε πόσο βαθιά αλήθεια κρύβουν αυτά τα λόγια.
Γιατί μερικές φορές ο άνθρωπος δεν ήθελε καν να βοηθηθεί — ήθελε απλώς να μιλήσει. Να ακουστεί. Και η ανάγκη να βρω λύση, να παρέμβω, να σώσω — ήταν δική μου ανάγκη, όχι δική του.
Αυτό είναι το πιο δύσκολο να παραδεχτεί κανείς: πως ο ρόλος του σωτήρα δεν τον επιλέγουμε πάντα για τους άλλους. Τον επιλέγουμε για τον εαυτό μας. Για να νιώσουμε σπουδαίοι, απαραίτητοι, ζωντανοί. Το αίσθημα που σου δίνει είναι αληθινό και βαθύ — κι αυτό ακριβώς το κάνει τόσο δύσκολο να αποχωριστείς.
Όμως δεν θέλουν όλοι να σωθούν. Δεν αποζητούν όλοι τη βοήθειά σου. Και κάποιες φορές η μεγαλύτερη προσφορά που μπορείς να κάνεις σε έναν άνθρωπο είναι να του επιτρέψεις να είναι εκεί που είναι — χωρίς να τον σπρώχνεις προς εκεί που εσύ νομίζεις ότι πρέπει να πάει.
Να θυμάσαι πως αν κάνεις σκοπό σου να σώσεις κάποιους που δεν θέλουν να βοηθηθούν ή να «σωθούν», κάποια στιγμή δεν θα σου έχει μείνει δύναμη για τον εαυτό σου. Και τότε — ποιος θα σε σώσει εσένα; Η αληθινή αγάπη και η αληθινή φροντίδα δεν επιβάλλονται. Δεν σπρώχνουν. Παρουσιάζονται ήσυχα, μένουν διαθέσιμες — και σέβονται την ελευθερία του άλλου να επιλέξει αν θέλει να τις δεχτεί ή όχι .
Οπότε την επόμενη φορά μην ξεχάσεις να ρωτήσεις… «θέλεις πραγματικά να βοηθηθείς;»
Κωνσταντίνος Ζωχιός
Ψυχολόγος/ Ψυχοθεραπευτής






Comments